Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Θεοφάνια στην παλιά Ύδρα-η λιτανεία για το άγιασμα των Πηγαδιών στα «Καλά Πηγάδια» και το λιμάνι

πηγή: Ύδρας Πολιτεία

Την ημέρα των Θεοφανίων ο κόσμος αφού μαζεύονταν στο «Μοναστήρι», στο λιμάνι του νησιού, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη και με τους ιερείς των άλλων ενοριών ξεκινούσαν την μεγάλη Λιτανεία με κατεύθυνση τα «Καλά Πηγάδια».
Η Λιτανεία ξεκινούσε με λαμπρότητα στις 09.00-09.30πμ και με ψαλμωδίες και διάφορες στάσεις για δεήσεις στον δρόμο έφτανε στα πηγάδια στην περιοχή «Καλά Πηγάδια». Η λιτανεία αυτή δεν είχε –όπως την περιγράφουν οι γεροντότεροι- να ζηλέψει σε τίποτα από την αντίστοιχη λιτανεία της Παναγίας της Τήνου σε λαμπρότητα και σε πλήθος πιστών!

Οι δρόμοι, οι πεζούλες, οι αυλές, τα παράθυρα, τα λιακωτά αλλά και τα μπαλκόνια ήταν γεμάτα από κόσμο που σταυροκοπιόταν η ατμόσφαιρα μύριζε λιβάνι και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαιναν χαρμόσυνα.
Όταν η ιερή πομπή έφτανε στα πηγάδια αγιάζονταν τα νερά τους και κατόπιν έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής.
Φτάνοντας στο κεντρικό σημείο του λιμανιού λίγο πριν το μεσημέρι (εμπρός από το παλιό «Καζίνο», όπως αναφέρει ο Ν. Γ. Χαλιορής), ο Μητροπολίτης έριχνε τον Σταυρό στην θάλασσα που πολλοί βουτούσαν «για το καλό» να τον ανασύρουν και να έχουν την ευλογία Του.
Αργότερα όταν κατασκευάστηκε ο μεγάλος λιμενοβραχίονας η λιτανεία κατέληγε εκεί διασχίζοντας το δυτικό τμήμα του λιμανιού και έκαναν την τελετή αυτή στην σκάλα που σχηματίζεται στο εσωτερικό του τμήμα.
Η περίλαμπρη τελετή τελείωνε με το βούτηγμα στην θάλασσα για να ανασύρουν  το Σταυρό. Όποιος τον έπιανε τον γύριζε σε όλη την πόλη σε δίσκο και μάζευε κάποια χρήματα.
Το έθιμο να πέφτει ο Σταυρός στην θάλασσα χωρίς κορδέλα ήταν παλαιότατο αλλά μετά καθιερώθηκε να δένεται με μια κορδέλα.
Στην Ύδρα τα τελευταία χρόνια, αυτός που ανασύρει τον Σταυρό από την θάλασσα –εκτός της ευλογίας- παίρνει σαν δώρο ένα χρυσό Σταυρό, έθιμο που καθιέρωσε η Μητρόπολη Ύδρας

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Ελληνικοί Μύλοι


Τα μέλη της TIMS από την Ελλάδα και την Κύπρο, αποφάσισαν να επικοινωνήσουν με το ευρύτερο κοινό προκειμένου να γίνει γνωστό ότι οι μύλοι αποτελούν ένα πολύ σημαντικό τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, το οποίο πρέπει να προβληθεί και να διασωθεί κατά το δυνατόν.
Η TIMS (The International Molinological Societywww.molinology.org ) είναι η μοναδική διεθνής οργάνωση που ασχολείται με τη μελέτη των μύλων. Το αντικείμενό μας είναι η ανθρωπόμυλοι, ζωόμυλοι, νερόμυλοι και ανεμόμυλοι που λειτούργησαν στον ελληνικό χώρο, αλλά και οι παρεμφερείς μηχανισμοί όπως λιοτρίβια, νεροτριβές, νεροπρίονα, μαντάνια κ.α.
Ο στόχος της επικοινωνίας είναι η ενημέρωση του κοινού για τα σχετικά θέματα, αλλά και η ανάπτυξη διαλόγου με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, την ανάπτυξη προτάσεων για διάσωση, μελέτη, αποκατάσταση κ.α. των σωζόμενων εγκαταστάσεων, τη συγκέντρωση και γνωστοποίηση της σχετικής βιβλιογραφίας και γενικότερα για ότι έχει σχέση με τους ελληνικούς μύλους.
Στα πλαίσια αυτά, η βασική μας επικοινωνία θα γίνεται μέσω του διαδικτύου με τη δημιουργία αυτού του website, ενός ιστολογίου (blog.hellenicmills.gr), σελίδας στο facebook ("Hellenic Mills") και στο twitter (@HellenicMills).
Ο διάλογος είναι εξαιρετικά σημαντικός, γι’ αυτόν τον λόγο δημιουργήθηκε το blog των Ελληνικών Μύλων και περιμένουμε κείμενα, φωτογραφίες, video, σχόλια, ερωτήματα κ.α., ώστε να προκληθούν συζητήσεις πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής, λαογραφίας, τεχνολογίας, οικονομικά κ.α. που αφορούν τους ελληνικούς μύλους.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΠΟΓΓΑΛΙΕΙΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ - Η Σπογγαλιεία κατά την περίοδο 1920-1940

πηγή: ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ

Η Σπογγαλιεία κατά την περίοδο 1920-1940
Του Χρήστου Χριστοδούλου 


Το Σπογγαλιευτικό υπήρξε το κυρίαρχο θέμα για την Ύδρα από κάθε άποψη, οικονομική, εργατική, κοινωνική, γι' αυτό θα το φωτογραφήσουμε σήμερα με κάθε λεπτομέρεια για να γίνεται κατανοητή η αφήγησή μας, αφού τα πάντα στο νησί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την Σπογγαλιεία κατά την εποχή 1920-1940.
Ο Πάνος Βερβενιώτης, ο μεγάλος αυτός οικονομικός μοχλός της Ύδρας χρηματοδοτούσε, -ξεκινούσε όπως έλεγαν τότε στην Ύδρα- σπογγαλιευτικά εκείνων που ήταν ειδικοί στη δουλειά, διέθεταν κάποιο σκάφος, τους έλειπαν όμως τα χρήματα. Ας μνημονεύσουμε όσους θυμόμαστε πως δούλεψαν κάτω από τον οικονομικό ήλιο του Πάνου Βερβενιώτη...
Γιάννης Βερβενιώτης, Γιάννης Βολιώτης, Κυριάκος Γκρούαζας, Γιάννης Ζουρντός, Κόκκινος Αλέξ., Μάτσης Σάββας και τα παιδιά του, Γιάννης και Κυριάκος, Μινόπετρος Νίκος, Μωραΐτης (Βγένας) Γρηγόρης, Σαραντόπουλος Μιχάλης, Σαΐτης Γεώργιος, Φράγκος Γεώργιος.
Από την άλλη μεριά, η «Τράπεζα» του Νικολάου Καλογιάννη, στην επιχείρηση του οποίου επένδυσαν τις οικονομίες τους οι: Ζαχαρίας Καλάς, Γιάννης Καλαφάτης (η κατοικία του ήταν το σημερινό νοσοκομείο), ο Γεώργιος Βανός, ο Χείλαρης, ο Σπύρος Τριανταφύλλου κ.α., ξεκίναγαν τα Καλογιανναίικα με καπεταναίους τους: Βούλγαρη (Σάμπος), Ζωγκό (Μπίλης), Γεώργιο Καλαφάτη (χειρούργος), Γεώργιο Ο. Καλοκώστα, Λάζαρο Καραντώνη κ.α.

Πέραν όμως των δύο «γιγάντων» ξεκινούσαν μηχανές και κάποιοι με δικές τους δαπάνες, όπως ο Σταμάτης Βέτιμης, ο Αντώνης Κοτομάτης, ο Μήτσος Μαυραγάνης (μόνο χειμωνιάτικο), ο Πέτρος Μακρυγιάννης, ο Κρανιδιώτης από τα Καμίνια κ.α.
Όλα τα σφουγγαράδικα έφευγαν το Μάρτιο από την Ελλάδα και πήγαιναν άλλα στη Βεγγάζη (Λιβύη) τα περισσότερα και άλλα στη Σφαξ, στη Λαμπηδούσα κι επέστρεφαν στην Ύδρα περί τα τέλη του Οκτώβρη. «Του Σταυρού και δέσε, του Σταυρού και λύσε...» είχε επικρατήσει να λέγεται τότε. Δηλαδή σταμάταγε η δουλειά στις 14 του Σεπτέμβρη ημέρα του Σταυρού και ξανάρχιζαν του Σταυρού το Μάρτη.
Ολόκληρο το Φεβρουάριο γινόντουσαν πολλά τρεχάματα, φασαρίες, τσουρμαρίσματα, ετοιμασίες, κουβαλήματα.
Ας δώσουμε όμως πρώτα μια εικόνα μιας σπογγαλιευτικής μονάδας που «κυβερνούσε» ένας καπετάνιος. Κάθε σπογγαλιευτική μονάδα συνίστατο από δύο και σπάνια από τρία σκάφη. Την Μπρατσέρα και ένα ή δύο μηχανοκάικα. Η Μπρατσέρα χρησιμοποιούσε ως κινητήρια δύναμη τον άνεμο, δηλαδή ήταν ιστιοφόρο, ενώ τα μηχανοκάικα είχαν πετρελαιομηχανές που τα κινούσαν μέχρι και οκτώ μίλια την ώρα.
Τα δύο ή τρία σκάφη που αποτελούσαν τη μονάδα όταν έφευγαν για την Αφρική ή επέστρεφαν, το ή τα μηχανοκάικα ρυμουλκούσαν την Μπρατσέρα σε περίπτωση νηνεμίας, όταν όμως συναντούσαν καιρό, τότε το καθένα σκάφος εκινείτο μόνο του με τα πανιά προσπαθώντας πάντα τα σκάφη να είναι κοντά.
Όταν έφταναν στον τόπο της δουλειάς, η μεν Μπρατσέρα φουντάριζε κι έπαιζε το ρόλο του ξενοδοχείου, του εστιατορίου και των λοιπών αναγκών για όλους. Τα δε μηχανοκάικα έφευγαν το πρωί, πήγαιναν σε επιλεγμένους τόπους, έκαναν οι δύτες καταδύσεις και το βράδυ επέστρεφαν στην Μπρατσέρα όπου άφηναν το προϊόν της δουλειάς τους. Οι Υδραίοι από καταβολής ευσεβείς δεν εργαζόντουσαν τις γιορτές.
Τα σπογγαλιευτικά διακρινόντουσαν και από τον τρόπο εργασίας κι ένεκα τούτου ήταν ανάλογος ο αριθμός των δυτών που χρησιμοποιούσε το καθένα. Τα βαθύτικα έπαιρναν μαζί τους πάνω από δέκα δύτες, οι οποίοι βουτούσαν σε βάθη πάνω από 25 μέτρα (16 οργιές) και με μικρό χρόνο σε κάθε κατάδυση. Τα ρηχήτικα με 6 και λιγότερους δύτες που βουτούσαν από 5 έως 10 μέτρα βάθος (3-6 οργιές) με αρκετά μεγάλο χρόνο παραμονής στο βυθό. Ή έτσι ή αλλιώς το σφουγγάρι ήταν άφθονο κι η επιστροφή στην Μπρατσέρα γινόταν με τραγούδια, αν δεν υπήρχε περίπτωση ατυχήματος, πνιγμού ή κτυπήματος κάτι που συνέβαινε συχνά.
Όταν ο δύτης κτυπούσε συνήθως έμενε ανάπηρος κατά τα κάτω άκρα για όλη του τη ζωή. Όμως υπήρξαν και «κτυπημένοι» δύτες που συνέχιζαν τη δουλειά.
Οι προετοιμασίες για την αναχώρηση των σκαφών έπαιρναν πάντα μια ιδιαίτερη μορφή. Δούλευαν τα πάντα. Τα αρτοποιεία για την παρασκευή της Γαλέτας (είδος ξερού ψωμιού). Τα χασάπικα για την παρασκευή του καβουρμά (τσιγαρισμένο κρέας που το έκλειναν σε δοχεία). Οι μεταφορές τροφίμων, ξυλείας, σαβούρας και νερού.
Τα σκάφη πριν φύγουν από την Ύδρα, υδρευόντουσαν κουβαλώντας οι ναύτες νερό σε μικρά βαρελάκια από τη μεγάλη στέρνα του Μοναστηριού και εκείνη του Λιμεναρχείου.
Τα Μηχανουργεία και τα Γύφτικα καθώς και τα Φαναρτζίδικα δούλευαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Κατά τις ώρες της αναχώρησης γινόταν σε όλα τα μηχανοκάικα αγιασμός κι ύστερα έφευγαν για το Δοκό, απ' όπου μετά δυο τρεις ημέρες ξεκίναγαν για την Αφρική. Ακριβώς τις ίδιες διαδικασίες ακολουθούσαν και τα Μπακιαναίικα.
Η επιστροφή γινόταν πλέον πανηγυρικά. Μειράκια τότε τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου σπεύδαμε από πολύ πρωί στο περίπτερο, απ' όπου αγναντεύαμε το άνοιγμα του «Μπίστη» και το «Πέτασι».
Και μόλις βλέπαμε κάποιο σκάφος να βγαίνει από το Μπογάζι, προσμέναμε να το γνωρίσουμε σε ποιον ανήκει κι ύστερα φεύγαμε σαν βολίδες να πάμε σπίτι να πούμε τα «συχαρίκια».
Ούτε έναν Υδραίο ή μια Υδραίισσα δεν άφηνε ασυγκίνητο η δράση της Σπογγαλιείας. Όμως αρκετοί ήταν από τα γύρω νησιά αλλά και Δωδεκανήσιοι που έσπευδαν στην ευημερούσα Ύδρα για να βρουν δουλειά και να εγκατασταθούν οικογενειακώς.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Το Φαρμακείο Ραφαλιά



Η οικογένεια Ραφαλιά έχει ιστορία 400 ετών στο νησί της Ύδρας. 
Ο Ευάγγελος Ραφαλιάς (1868-1936) ολοκλήρωσε τις σπουδές Φαρμακευτικής στην Αθήνα και ίδρυσε το φαρμακείο Ραφαλιά το 1890. 
Ο γιος του Ανδρέας, σπουδάζει Ιατρική, όμως, το φαρμακείο περνάει στα χέρια της γυναίκας του γιου του, Κυριακής.
Σήμερα, ιδιοκτήτης είναι ο εγγονός του ιδρυτή, Ευάγγελος, που ανέλαβε το 1978.


Το συγκεκριμένο φαρμακείο αποτελεί μνημείο πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής παράδοσης, αφού δεν έχουν γίνει επεμβάσεις στο κτίριο και η επίπλωση παραμένει η αρχική.


Ο σημερινός ιδιοκτήτης επιδεικνύει ιδιαίτερη φροντίδα για τη διαρκή συντήρηση του φαρμακείου. Η επίπλωση κατασκευάστηκε από σουηδικό πεύκο, ξύλο εξαιρετικά ανθεκτικό στη φθορά. Αξιοσημείωτος είναι και ο δεύτερος χώρος του φαρμακείου, όπου παλιότερα διεξάγονταν ιατρικές εξετάσεις. Τέλος, υπάρχει πλούσια συλλογή από πορσελάνινα και γυάλινα βάζα, σκεύη, εργαλεία και εκδόσεις φαρμακευτικών βιβλίων.



Ο Βαγγέλης Ραφαλιάς  ανακάλυψε σ’ένα παλιό ημερολόγιο της μητέρας του (η οποία ήταν απ’τις πρώτες γυναίκες φαρμακοποιούς στην Ελλάδα στα μέσα του περασμένου αιώνα) συνταγές όπου η ίδια είχε δημιουργήσει βασισμένη στην Ελληνική φαρμακοποιία του 1924 και 1933 φτιάχνοντας κρέμες, λοσιόν και αρ
ώματα από αγνά υλικά.

Μάζευε το χαμομήλι, γιασεμί, φούλια, γαρδένιες και αγιόκλημα για να βγάλει τα αιθέρια έλαιά τους και έφτιαχνε σαπούνια από αγνό λάδι ελιάς. Μοναδικές, ζηλευτές κρέμες με λογιών λογιών μυρωδιές, από αποστάγματα τριαντάφυλλου, μέντας, σανταλόξυλου, δαφνέλαιου και λεβάντας.

Από κάθε μπουκαλάκι αναδυόταν μυρωδιές λουλουδιών που φώλιαζαν σε κάθε Υδραίικη γωνιά και σε ταξίδευαν στο χρόνο αφήνοντας μια αίσθηση νοσταλγίας.

Σήμερα επαναλαμβάνει ο ίδιος τις συνταγές της μητέρας του…






* Δημοσίευμα της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 


Το μπουκαλάκι με τις πιραμιντόν
Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ kiousis@enet.gr

«Ημουν πολύ μικρός και η μητέρα μου με είχε στείλει στο φαρμακείο να πάρω πιραμιντόν, προφανώς ο αδελφός μου ήταν άρρωστος. Ο κύριος Ραφαλιάς τις έβγαλε από το μπουκαλάκι, τις έβαλε πάνω στο λευκό χαρτάκι, πάνω στο άσπρο μάρμαρο της κονσόλας. Το φιαλίδιο δεν είχε άλλες και ήταν άδειο. «Το θέλεις το άδειο μπουκαλάκι;», με ρωτάει. Η μεγάλη στιγμή! Σεισμός συγκινήσεως.

«Βιτρίνες - έργα τέχνης, γεμάτες άσπρες οπαλίνες με χρυσές γραφές» Π. Τέτσης
Ο κύριος Ευάγγελος είχε παιδιά και ήξερε. Ισως θα αντελήφθη το ερευνητικό και θωπευτικό βλέμμα μου πάνω στο πολύτιμο αυτό μικρό κομψοτέχνημα-κόσμημα αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί σε ποιο πέλαγος ευτυχίας με βούταγε με αυτή του την κίνηση προσφοράς, σαν να μου απένειμε το ύψιστο μετάλλιο».

Τρυφερά σημαδιακό γεγονός της παιδικής ζωής του Παναγιώτη Τέτση, έτσι όπως αποδίδεται με τον μεστά χρωματικό του λόγο στο νέο, τρίτο του βιβλίο, με τίτλο: «Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά», εκδόσεις Καστανιώτη. «Ο Παναγιώτης Τέτσης», σημειώνει ο Θανάσης Νιάρχος, «έχοντας ως ορμητήριο τα παιδικά του χρόνια στην Υδρα και τον Πειραιά, κατορθώνει η αναπόλησή του να παίρνει έναν αισθητικό χαρακτήρα, καθώς μεταβάλλει σε έργα τέχνης όχι μόνο τις ζωγραφικές του αποτυπώσεις, αλλά και τους ανθρώπους και τους τόπους που συναπαντήθηκε μαζί τους».

«Αναλογίζομαι», προσθέτει ο ακαδημαϊκός και ζωγράφος μας, «ζυγιάζω ποια είναι η πιο συγκινητική στιγμή για μένα. Εκείνη που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μού περνούσε στο πέτο το διάσημο της παρασημοφόρησης ή τούτη του παρελθόντος όταν κρατούσα δικό μου το άδειο μπουκαλάκι σαν πολύτιμο πετράδι; Ας μου συγχωρήσει τούτο τον παραλληλισμό ο πολύ αγαπητός κύριος Στεφανόπουλος γιατί και αυτός υπήρξε παιδί, θα 'χει νιώσει αντίστοιχες συγκινήσεις από κάποια μικροπεριστατικά. Δεν ξεχνώ, η μνήμη του παππού Ραφαλιά μού είναι ζωντανή».
Πηγή: http://www.facebook.com/rafaliaspharmacy

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Το αμυγδαλωτό που γλύκανε τη Σοφία Λώρεν πρίν 55 χρόνια.

πηγή: Σημάδια του Αιγαίου
του: Γιώργου Πίττα

Λαβωμένο από τον πόλεμο, την κατοχή, τη φτώχεια και την ερημιά το ιστορικό νησί της Ύδρας άρχισε δειλά-δειλά από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 να παίρνει τ’ απάνω του. Είναι η εποχή που άρχισε να ασκεί γοητεία στους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης. Τα σπίτια, τα περισσότερα εγκαταλειμένα,  μεταμορφώνονται σε όμορφα σπίτια διάσημων καλλιτεχνών που τα αναστηλώνουν  με ιδιαίτερη φροντίδα και σεβασμό.
Η σχολή Καλών Τεχνών εγκαθίσταται στο αρχοντικό Τομπάζη και ο πρώτος της διευθυντής  ζωγράφος Περικλής Βυζάντιος αλλά και ο διάδοχός του Παύλος Παντελάκης αποτελούν μια εγγύηση γιά την σωστή αρχιτεκτονική αποκατάσταση των κτιρίων,  αφού με σοβαρότητα και σχολαστικότητα ελέγχουν τις κατασκευές υπρασπίζοντας με πάθος  τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του νησιού. Οι κινηματογραφικές ταινίες “ Το κορίτσι με τα μαύρα”  με την Ελλη Λαμπέτη, του Κακογιάννη (1956), “Το παιδί με το δελφίνι” με τη Σοφία Λόρεν (1957), και η  “ Φαίδρα” με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Αντονυ Πέρκινς (1962) συντελούν  ώστε το νησί να αποκτήσει μιά διεθνή φήμη.
Ένα από τα λιγοστά καφενεία του λιμανιού, εκεί όπου οι πρώτοι επισκέπτες έπιναν τον καφέ τους, τσιμπολογούσαν και θαύμαζαν τον οικισμό, ήταν το μεγαλοπρεπές καφεζαχαροπλαστείο “τα Κυβέλεια” του Δήμητριου Τσαγκάρη, που βρισκόταν εκεί που στεγάζεται  σήμερα το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ιδρυτής του από το 1930 ο Αριστείδης Τσαγκάρης ο οποίος προσέφερε και εμπορεύτηκε για πρώτη φορά υδραίικα αμυγδαλωτά που μέχρι εκείνη τη εποχή φτιαχνόταν μόνο σε σπίτια για ιδιοκατανάλωση σε γιορτές και ευχάριστα γεγονότα. Το 1957 το αναλαμβάνει ο Δημήτρης Τσαγκάρης και η γυναίκα του Αννα και είναι αυτοί που θα γλυκάνουν όλους τους νεοαφιχθέντες καλλιτέχνες, κοσμικούς,  έλληνες και αλλοδαπούς φίλους του νησιού. Η κυρ-Άννα από τότε είναι αυτή που βαστά τη συνταγή και συνεχίζει την τέχνη του αμυγδαλωτού μέχρι της μέρες μας.
Τι κι άν ο γιός της ο Κυριάκος (Κούλης) ανέλαβε το ζαχαροπλαστείο το 1995 όταν έχασε τον άντρα της, τι κι άν μπήκε και ιδιαίτερο ζήλο –σπάνιο για τις νέες γενιές που προτιμούν τα “γράμματα”- ο  εγγονός της Δημήτρης, η κυρ- Άννα βαστά τα κουμάντα στην παραγωγή του αμυγδαλωτά.Για όλα τα άλλα γλυκά του ζαχαροπλαστείου που μετεφέρθη σε πάροδο του λιμανιού υπάρχουν τεχνίτες ζαχαροπλάστες. Τα αμυγδαλώτα της Υδρας  όμως τα φτιάχνει μόνη της όταν αποχωρίσει και ο τελευταίος τεχνίτης! Είχα τη χαρά να εισχωρήσω στα άδυτα του εργαστηρίου χάρη σε μιά μιά μακρόχρονη σχέση που είχα με την οικογένεια, αλλά κυρίως γιατί  η γυναίκα μου Μπήλιω από παιδάκι, ζώντας τα καλοκαίρια της στην Ύδρα,  τιμούσε ιδιαιτέρως τα αμυγδαλωτα.
Η κυρία Αννα μιά γλυκιά 85χρονη γιαγιά, που στα νειάτα ήταν πανέμορφη κοπέλλα (το παρατήρησα ψάχνοντας στο αρχείο της να βρω φωτογραφίες  της Σοφίας Λόρεν ανεκάλυψα μιά υδραία καλονή) με περιμένε για να μου κάνει το ιδιαίτερο μάθημα. Ξεκινώντας σημείωσα  τα υλικά της συνταγής που ήταν όλα κι όλα τέσσερα. Τ’ αμύγδαλα, το ανθόνερο, το συμιγδάλι, και τέλος η ζάχαρη. Ούτε λόγος βεβαίως για τις αναλογίες που είναι και το σημαντικότερο! Αφού πήραν μιά βράση τα αμύγδαλα η κυρ-Άννα με τις φούχτες της  τα έρριξε στον αποφλειωτή δυό και τρεις φορές και όσα δεν καθάρισαν τα πάστρεψε  με τα χέρια της. Αμέσως μετά τα πέρασε όλα απο την αλεστική μηχανή.
Σε ένα καζάνι που είχε το χλιαρό ροδόνερο ανακάτεψε το αλεσμένο αμύγδαλο με το σιμιγδάλι και αφού ανάδεψε για κάμποση ώρα μου διαμήνυσε ότι είμασταν έτοιμοι για το στρώσιμο του μείγματος. Όπερ και εγένετο και  το φρέσκο αμυγδαλωτό ήταν έτοιμο για ζαχάρωμα… Εδώ στα εύκολα,  κατέφθασαν για βοήθεια ο γιός της και ο εγγονός της που την βοήθησαν…κυρίως για να αποθανατισθούν κι αυτοί… στο κόψιμο και στο πακετάρισμα, που θα γινόταν λίγο αργότερα όταν θα κρύωνε ο δίσκος με το μείγμα. Το ψητό αμυγδαλωτό που γίνεται σε σχήματα, μπαίνει στο φούρνο μορφοποιημένο σε αχλαδάκια ή ροδέλες και αφού ψηθεί ζαχαρώνεται. Η αφεντιά μου προτιμά το άψητο αμυγδαλωτό που είναι πολύ ζουμερό και εύγεστο. Περί γούστου ουδείς λόγος γι αυτό και παράγονται και οι δύο τύποι.
Σε όλη τη διάρκεια της παρασκευής του υδραίικου αμυγδαλωτού θαύμασα τη δύναμη, τη μεθοδικότητα και τα κουράγια της κυρ-Αννας. Ενα από έσχατα δείγματα ανθρώπων που δεν έμαθαν στη ζωή τους τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να δουλεύουν και να προσφέρουν.

Γιά το μέλλον μου έδωσε αισιοδοξία, η παρηγορητική στάση του εγγονού που αφού τελειώνει στη  σχολή  Le monde μαθήματα έντεχνης ζαχαροπλαστικής, αποφάσισε να παραλάβει την τέχνη της γιαγιάς. Και είναι σίγουρο με τόσο καιρό συμβίωση, μαζί με την τέχνη,  θάχει παραλάβει κι ένα κομμάτι από το ήθος και την νοοτροπία των ανθρώπων της παλιάς εποχής. Κι αυτό ίσως  του φανεί  το πιό σημαντικό και χρήσιμο εφόδιο.


Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Το καίκι Αγιος Νικόλαος

 
Το καίκι Αγιος Νικόλαος -ένα σπάνιο τσερνίκι του Αιγαίου πελάγους-, κτίστηκε πριν εκατό ακριβώς χρόνια στο Βαθύ της Σάμου.
Εδώ και πενήντα χρόνια χρησιμοποιείται απο τον Β. Κουκουδάκη, τον μανάβη του νησιού που μεταφέρει αγροτικά προιόντα απο την Αργολίδα. 
Εχει φορτώσει και χίλια καρπούζια βάρους 6000 κιλών!